Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Ζαν Λικ Γκοντάρ: Ο πανάξιος του ευρω-ελληνισμού

του Γιάννη Τζώρτζη*

«Έκοψε την ανάσα» γι’ άλλη μια φορά σ’ εκείνους που σήμερα είναι μονάχα για τα πανηγύρια και ζουν μέσα στις κοσμικές «περαντζάδες». Έχοντας απηυδήσει για χρόνια τώρα με όσους εμπορεύονται την τέχνη, το «κακό παιδί» του Μάη του ’68, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ, τα «έχωσε» και πάλι στους λογής παραγωγούς καθώς και προαγωγούς της. Με φόντο το Φεστιβάλ των Κανών, ο Γκοντάρ βρήκε την ευκαιρία να προβάλλει την ελληνική κρίση σαν μια τραγωδία που αφορά σε όλη την Ευρώπη. Θύμισε έτσι γι’ άλλη μια φορά σε όλους ότι η χρηματοοικονομική κρίση της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα και μια βαθιά κρίση των αξιών της, εκείνων που η Δύση απέκτησε ως πνευματική κληρονομιά από την Ελλάδα. Η φιλοσοφική αφετηρία του ευρωπαϊκού πνεύματος και η αρχή της Δύσης είναι στην Ελλάδα, κραυγάζει ο εξεγερμένος Γκοντάρ, ξεσκεπάζοντας έτσι τη χλιδάτη μούχλα και τα εκτιθέμενα στο «σινεπάζαρο» των Κανών έργα αλλά και υποπροϊόντα της όποιας τέχνης.

Θα τον χρυσοπλήρωνε στ’ αλήθεια –είπαν κάποιοι «ευφυείς»– η δεινοπαθούσα σήμερα Ελλάς, αν γνώριζε «πόσο χρήσιμος θα της ήταν». Αυτό δεν χρειάστηκε –ευτυχώς!– να γίνει γιατί, αν οι κάποιοι αυτοί το είχαν επιχειρήσει, τότε ίσως η χώρα να έχανε ακόμη και τον Ζαν Λικ Γκοντάρ. Αν όμως η επίσημη ελληνική πλευρά δεν γνώριζε την έξοχη περίπτωση του Γάλλου καλλιτέχνη και αριστερού διανοούμενου, ο ίδιος κατέδειξε με την πράξη του όχι μόνο πόσο γνώριζε τι σημαίνει Ελλάς αλλά και τι σε βάθος αυτό συνεπάγεται. Λόγω ακριβώς της ελληνικής του παιδείας, απέδειξε πόσο παραπάνω Έλληνας είναι από τον κάθε Νεοέλληνα του σήμερα. Μετερχόμενος στοιχεία αριστοτέλειας λογικής, ο Γκοντάρ ενέταξε την κριτική του σε μια πανευρωπαϊκή κλίμακα, αγγίζοντας έτσι τον πυρήνα της κρίσης, την οποία δεν θεωρεί μόνο μέσα από το πρίσμα χρηματοοικονομικών παραμέτρων, αλλά ενός γενικού ξεπεσμού στην Ευρώπη. Εκείνου που ζήσαμε πρόσφατα κι από γερμανικά έντυπα και μέσα, αντικρίζοντας τη χυδαιότητα να βεβηλώνει ασύστολα το αρχαιοελληνικό κάλλος και διασύροντας συλλήβδην τους Έλληνες.

Χωρίς «επικοινωνιακές» φανφάρες και τα συναφή, ο Γκοντάρ δεν χρειάστηκε να διοργανώσει ούτε καν μια στοιχειώδη συνέντευξη Τύπου, προφανώς για να αποφύγει πιθανή μηντιακή μετάλλαξη των λεγόμενών του. Ο ίδιος ήθελε να διατυπώσει άμεσα με απλά και ξεκάθαρα λόγια τη σκέψη του γύρω απ’ όσα διαδραματίζονται διεθνώς με επίκεντρο την ελληνική δημοσιονομική κρίση. Το έπραξε με μια αριστοτελικά συγκροτημένη δήλωσή του, αποδίδοντας συνάμα το κοινωνικό και πολιτιστικό περιεχόμενο της κρίσης του καιρού μας:

«Η Δύση οφείλει πολλά στην Ελλάδα, τη χώρα της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας, της αρχαίας τραγωδίας. Ξεχνάμε πάντα τους δεσμούς ανάμεσα στην τραγωδία και στη δημοκρατία. Χωρίς τον Σοφοκλή δεν θα υπήρχε ο Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν θα υπήρχε ο Σοφοκλής. Ο κόσμος της τεχνολογίας μέσα στον οποίο ζούμε χρωστά τα πάντα στην Ελλάδα».

Εκείνο που πράγματι ο ίδιος ο Γκοντάρ επέλεξε ήταν το «βήμα» του διεθνούς Φεστιβάλ των Κανών, από το οποίο θέλησε να αφυπνίσει κάποιες συνειδήσεις που έχουν παραδοθεί στην απάθεια και στον πεσιμισμό. Ο ίδιος διανύει ήδη την ένατη δεκαετία της ζωής του, αλλά διαθέτει ενέργεια και πάθος εφήβου αναζητώντας μέσα από τη δημιουργία του ένα νέο όραμα για την Ευρώπη και τον κόσμο. Μιλώντας μέσα από τη νέα του ταινία με τον παραβολικό και καθόλου τυχαίο τίτλο «Film Socialism», βρίσκει την ευκαιρία να αναδείξει τα πολιτικά, οικονομικά και ηθικά προβλήματα του σύγχρονου κόσμου μας. Όλα τούτα μέσα από το εναλλασσόμενο σκηνικό μιας κρουαζιέρας στη Μεσόγειο, με διάφορους σταθμούς που ξεκινούν από τις ευρωμεσογειακές ακτές, πιάνουν Νάπολη και, μέσω Ελλάδας, καταλήγουν στην Αίγυπτο.

Ο γεννημένος το 1930 ελβετικής καταγωγής σκηνοθέτης και «πατέρας της Νουβέλ Βαγκ έχει πίσω του όχι μόνο ένα μεγάλο έργο, αλλά και μια δική του σχολή τέχνης, σκέψης και δημιουργίας, καθώς και έντονη παρουσία στην πολιτική. Την αφορμή για την «ελληνική έκρηξη» του Γκοντάρ εντοπίζει κανείς μέσα σε αυτή του την ταινία, όπου, με υπόβαθρο την τρέχουσα κρίση και κάτω από ένα γκρίζο φόντο της θλίψης που κατέχει και τον ίδιο, φωτίζει διάφορες όψεις της σημερινής μουντής ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Ο εξοργισμένος από τον εκμηδενισμό των ευρωπαϊκών αξιών Γκοντάρ και απηυδισμένος από τους «έκλυτους ρυθμούς μιας χλιδής», εκείνης που δεν λείπει καθόλου από τις Κάνες, αποφασίζει τελικά να απέχει και το πράττει ενεργητικά. Καθόλου τυχαία άλλωστε, στην τελευταία του ταινία δεν τιτλοφορεί μια από τις ενότητες του έργου του με το παραβολικό «Quo vadis, Europa?».

* Ο Γιάννης Τζώρτζης είναι δημοσιογράφος και πολιτικός επιστήμονας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου